Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

 

Μια μαξιλαροθήκη γεμάτη λίρες χρυσές είχε κρύψει κάτω από το πουκάμισό του, στο στέρνο του και στο ‘να χέρι κρατούσε το ούτι του. Από όλο του το βιος μονάχα το κλειδί του σπιτιού πήρε, με τη σιγουριά -όχι ελπίδα αλλά σιγουριά- πως κάποτε θα επέστρεφε. Μπαρούτι και καπνός μύριζε σε όλους τους μαχαλάδες της Σμύρνης. Σε κάθε γωνιά ένα μπλόκο θανάτου και οι λίρες να ρέουν ποτάμι ανοίγοντας δρόμο. Μεγάλη η διαδρομή ως την προκυμαία. Τα κατάφερε! Ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από τις φλόγες. Κοσμοσυρροή, πανικός και τρομοκρατία που ‘φερε την απόγνωση, το ποδοπάτημα και τον πνιγμό. Κι οι σύμμαχοι να παρακολουθούν με απάθεια σε απόσταση αναπνοής. Η διπλωματία βλέπεις δεν επιτρέπει συναισθηματισμούς. Πόσο μάλλον ανθρωπιά. Στοιβαγμένος σε ένα πλοίο άφηνε πίσω την καρδιά του. Ολοένα και απομακρυνόταν. Ολοένα και η θηλιά γύρω από το λαιμό του τον έσφιγγε. Εξαθλίωση. Έφτασε στον Πειραιά. Η καραντίνα και το «καλώς τον Τουρκόσπορο» να πηγαίνει σύννεφο. Άνθρωπος αρχοντικός, μουσικός καλλιτέχνης ξακουστός, τώρα πλέον με ξυρισμένο κεφάλι για «λόγους υγιεινής» και υπό συνεχή επιτήρηση. Το βλέμμα πάντα να συναντά το βλέμμα και ο λόγος ευθύς. Τα κατάφερε! Έχτισε την παράγκα του, έβαλε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι του, φύτεψε και το γεράνι.



Καθόταν στους τεκέδες της Δραπετσώνας με τ’ άλλα τα παιδιά, τα «προσφυγάκια» όπως τα φωνάζει αφού αγαπημένος τους μεζές είναι το ομώνυμο ψαράκι. Το ‘βγαζαν το μεροκάματο. Άλλος μπουζούκι, άλλος ταμπουρά. Κανονάκι, σαντούρι, βιολί, λαγούτο και κείνος το μπαρουτοκαπνισμένο ούτι του. Από τα μαλαματένια σαλόνια του Τούρκου βεζίρη στο λιμάνι του Περαία. Δε ζητάγανε μεγαλεία. Μονάχα την αγάπη τους για τη μουσική τους μοιράζονταν. Αυτό έκαναν «εκεί», αυτό και «δω». Μόνο που κει ήταν το σπίτι τους, τ’ αμπέλια και ο μύλος τους. Όποτε δεν έπαιζαν ρεμπέτικο που ‘καναν γούστο πια οι αυτόχθονες Πειραιώτες αλλά και οι πρόσφυγες εξίσου, «έκλαιγαν» τραγουδώντας τα παραδοσιακά τους για τα χαμένα παράλια. Μια ελληνική άκρως ακμάζουσα κοινωνική, πολιτισμική και οικονομική παρουσία 3000 ετών από τους αρχαίους Ίωνες ως τα «σήμερα» τερματίστηκε το 1922.




Μπαμπάκι σήμερα το μαλλί. Το βλέμμα καθάριο, καρφωμένο συνεχώς προς την Ανατολή. Μόνη επιθυμία να ‘ρθει η ώρα να σφαλίσει τα μάτια και να γυρίσει σπίτι του. Πόσο καλοκουρδισμένος ο ήχος της κλειδωνιάς.

 

Αυτούσιο εισαγωγικό σημείωμα από την ταινία «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη:
“Το παραδοσιακό «ρεμπέτικο» τραγούδι, ήταν ανέκαθεν το αδέσποτο τραγούδι των παρανόμων, των περιπλανώμενων, των περιθωριακών και των εξεγερμένων Ελλήνων.

Όμως από το 1922, και με την καταστροφή της Σμύρνης, χιλιάδες Μικρασιάτες πρόσφυγες κι ανάμεσά τους πολλοί εξαιρετικοί μουσικοί, βρέθηκαν εν μια νυκτί στην έσχατη πενία στα εκτός των Αθηνών προσφυγικά.

Είναι τότε που αναπτύχθηκε μία ταξική αλληλεγγύη ανάμεσα στους πρόσφυγες και τη «μάγκα του Περαία».

Απ’ αυτή τη συνάφεια, προέκυψε πρώτα η Σμυρναίικη σχολή του Πειραιά, και στη συνέχεια, με την επισημοποίηση του μπουζουκιού, η Πειραιώτικη και η Αθηναϊκή σκηνή, που καθιέρωσαν για πάντα το «ρεμπέτικο» ως γνήσιο λαϊκό τραγούδι, που εξέφρασε τα ευρύτερα στρώματα της φτωχολογιάς.”

Οι πραγματικοί ρεμπέτες του ντουνιά, κείνοι που το ξεκίνησαν όλο αυτό δεν το έκαναν ούτε για τη δόξα ούτε και για το χρήμα. Κανένας δάσκαλος φωνητικής δεν τους έπλασε. Μονάχα το μεγαλείο της ψυχής τους ήταν εκείνο που δάμασε την αγριάδα της αντρίκιας φωνής και ο πόνος που γίνηκε έκφραση.


 

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου